Complice du Vent
L’enfant sur le toit, complice du vent,
Éveille les cloches qui dansent.
La joie ruisselle en rires d’anges,
Et pâques en écho dévoile l’espoir.
Συνεργός του ανέμου
Το παιδί στη στέγη, συνεργός των ανέμων,
Ξεσηκώνει τις καμπάνες που χορεύουν.
Η χαρά κυλά σε γέλια αγγελικά,
Το Πάσχα που αντηχεί, την ελπίδα μαρτυρά

L’Offrande
Le temps qui passe n’est pas une fuite.
Dans la douceur suspendue du silence, chaque instant, chaque souffle, chaque
soupir est la sagesse de l’attente, la grâce de la patience.
Chaque seconde, dans l’effleurement imperceptible des heures l’offrande de
l’éternité.
Sous ta peau, chaque pulsation résonne comme l’horloge secrète de l’univers.
Η Προσφορά
Ο χρόνος που κυλά δεν είναι φυγή.
Μέσα στη γλύκα της σιωπής, κάθε στιγμή, κάθε ανάσα, κάθε στεναγμός είναι
η σοφία της προσμονής, η χάρη της υπομονής.
Κάθε δευτερόλεπτο, μέσα στο αόρατο άγγιγμα των ωρών η προσφορά της
αιωνιότητας.
Κάτω απ΄το δέρμα σου, κάθε παλμός αντηχεί όπως το κρυφό ρολόι του
σύμπαντος

L’Éternel Présent
Dans le dédale des siècles,
Dans le souffle de l’esprit,
L’éternité tisse les fils du destin
Et la trame du silence.
Le chapelet ininterrompu des existences.
Au bord du temps, entre hier et demain,
Se niche l’éphémère et éternel présent.
Το Αιώνιο Παρόν
Μέσα στους δαιδάλους των αιώνων,
Μέσα στην πνοή του πνεύματος,
Η αιωνιότητα υφαίνει το νήμα του πεπρωμένου
Και το υφάδι της σιωπής.
Το αδιάκοπο κομποσκοίνι της ύπαρξης.
Στο χείλος του χρόνου, ανάμεσα στο σήμερα και το χθες,
Φωλιάζει το εφήμερο κι αιώνιο παρόν

L’Aube des Serments
Les premières lueurs révèlent les vestiges de la nuit,
Les secrets sans étoiles et les souvenirs du crépuscule.
L’éclat fugace d’un rêve dissout.
Dans les promesses que l’aube ne tient jamais.
Persiste l’espoir, de voir éclore les serments enfouies, dans les replis du temps
et les murmures du vent.
Η Αυγή των Όρκων
Οι πρώτες ώρες αποκαλύπτουν τα απομεινάρια της νύχτας,
Τα άναστρα μυστικά και τις θύμισες του σούρουπου.
Η φευγαλαία λάμψη πριν τελειώσει ένα όνειρο.
Μέσα στις υποσχέσεις που δεν κρατά ποτέ η αυγή.
Παραμένει η ελπίδα, να εκκολαφθούν οι κρυμμένοι όρκοι, στις πτυχώσεις του
χρόνου
και τα βουητά του ανέμου

L’Appel
Accepter ce qui fissure en nous,
Les à-pics de nos fêlures
Et l’appel du ciel.
Το Kάλεσμα
Η αποδοχή αυτού που ραγίζει μέσα μας
Οι γκρεμοί των ρωγμών μας
Και το κάλεσμα του ουρανού

Dédale mouvant
Il n’existe au monde rien qui ne soit nuage.
Un dédale insaisissable, un périple mouvant ,
Une vapeur éphémère,
Nos vies qui s’effacent indéfiniment.
Κινούμενος Δαίδαλος
Δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που να μην είναι σύννεφο
Ένας άπιαστος δαίδαλος, ένας κινούμενος περίπλους,
Ένας εφήμερος ατμός,
Οι ζωές μας που σβήνονται επ’ αόριστον.

Métamorphose
La lumière brûlante de la chaux,
Prière blanche dans la chute sombre de l’à-pic,
Dénude, épure, présage
L’énergie jaillissante de l’Esprit.
Μεταμόρφωση
Το φλογερό φως του ασβέστη,
Λευκή προσευχή μέσα στη σκοτεινή πτώση του γκρεμού,
Απογυμνώνει, εξαγνίζει, προμηνύει
Την αναβλύζουσα ενέργεια του Πνεύματος.

Une voix
Les nuages étirés veillent sur le sommeil de la mer.
Le figuier, témoin immobile, dévoile son secret dans le langage des feuilles et
le vent porte les chants oubliés de la terre.
La mémoire persistante tisse des siècles d’histoires.
Les citernes de pierre disent la soif, les murs en pierre sèche l’écho du labeur.
Dans la clarté des ombres la vérité s’effeuille.
La voix de Michaelis Roussos résonne comme un rêve qui s’éparpille.
Dans le jardin du temps les éclats de silence sculptent l’âme du monde.
Μια φωνή
Τα απλωμένα σύννεφα ξαγρυπνούν πάνω απ’ τον ύπνο της θάλασσας.
Η συκιά, ακίνητος μάρτυρας, φανερώνει το μυστικό της στη γλώσσα των
φύλλων και
ο άνεμος φέρνει τα ξεχασμένα τραγούδια της γης.
Η επίμονη μνήμη υφαίνει ιστορίες αιώνιες.
Οι πέτρινες στέρνες μαρτυρούν τη δίψα, οι ξερολιθιές αντηχούν τον μόχθο.
Μέσα στο φως των σκιών ρίχνει τα φύλλα της η αλήθεια.
Η φωνή του Μιχάλη Ρούσου αντηχεί σαν όνειρο που σκορπίζεται.
Μέσα στον κήπο του χρόνου η εκτυφλωτική σιωπή λαξεύει την ψυχή του
κόσμου

Créations Impalpables
Sous le toit éventré la ferme s’efface.
Pierres sur pierres,
Vestiges dérisoires.
Ne demeurent que l’absence,
Le vent, et les créations impalpables du ciel.
Ανέγγιχτες δημιουργίες
Κάτω απ’ τη σπασμένη στέγη η αγροικία εξαφανίζεται.
Πέτρες πάνω σε πέτρες,
Γελοία απομεινάρια.
Μένουν μόνο η απουσία, ο άνεμος, και οι ανέγγιχτες δημιουργίες του
ουρανού.

Éclairs d’Éternité
Son amour étreint l’âme.
Notre aide est là,
Nichée dans la falaise.
Entre les mondes nous errons
D’ascensions laborieuses
En tentations trompeuses
Avec parfois un éphémère éclair,
Comme un murmure d’éternité dans l’air.
Λάμψεις αιωνιότητας
Η αγάπη του αγκαλιάζει την ψυχή.
Η βοήθειά μας είναι εκεί,
Φωλιάζει στον γκρεμό.
Περιπλανιόμαστε ανάμεσα στους κόσμους
από επίπονες ανυψώσεις
σε απατηλούς πειρασμούς
πότε πότε με μια εφήμερη λάμψη,
όπως ένας ψίθυρος αιωνιότητας στον αέρα.

L’Étreinte du Silence
Dans l’aridité des pierres gravé dans le silence un mystère s’invente.
Un clocher blanc, oasis d’espérance dans les nopals hérissés
Étreints par la dureté du temps.
Je n’ai ni le pouvoir ni l’espoir de rappeler le souffle qui meurt.
Ni de prendre la terre et rencontrer le ciel.
Maintenant et toujours tes mystères sont tiens
Et à ceux qui sont tiens.
Η Αγκαλιά της Σιωπής
Μέσα στις άγονες πέτρες χαραγμένο μέσα στη σιωπή ένα μυστήριο γεννιέται.
Ένα λευκό καμπαναριό, όαση ελπίδας μέσα στις αγκαθωτές φραγκοσυκιές
Αγκαλιασμένες απ’ τη σκληράδα του χρόνου.
Δεν έχω μήτε τη δύναμη μήτε την ελπίδα να θυμηθώ την επιθανάτια ανάσα.
Μήτε να γυρίσω τη γη και να γνωρίσω τον ουρανό.
Τώρα και πάντα τα μυστήριά σου ανήκουν σε σένα
Και σε αυτούς που σου ανήκουν.

Textes et photographies © Roland Ezquerra
Traduction grecque © Fani Sofronidou
à suivre…